καλόβαθρο

το (AM καλόβαθρον)
καθένα από τα δύο ξύλινα κοντάρια τα οποία έχουν στο κάτω μέρος τους από μια μικρή βαθμίδα πάνω στην οποία πατώντας μπορεί κάποιος να περπατήσει ενώ βρίσκεται σε κάποιο ύψος πάνω από το έδαφος, αλλ. ξυλοπόδαρο
νεοελλ.
ορθοπεδικό ξύλινο σκέλος πάνω στο οποίο στηρίζεται το ακρωτηριασμένο κάτω άκρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)-* + -βαθρον (< βάθρον < βαίνω), πρβλ. μεσό-βαθρον, πλατύ-βαθρον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καλοβάτης — ο (AM καλοβάτης) αυτός που βαδίζει πάνω σε καλόβαθρο αρχ. αυτός που βαδίζει πάνω σε σχοινί. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο) * + βάτης (< βαίνω), πρβλ. ακρο βάτης, ορει βάτης] …   Dictionary of Greek

  • ξυλοπόδαρος — η, ο 1. αυτός που έχει ξύλινα πόδια 2. (σκωπτικά) άνθρωπος με λεπτά και μακριά πόδια 3. το ουδ. ως ουσ. το ξυλοπόδαρο α) ξύλινο πόδι που αντικαθιστά το ακρωτηριασμένο β) το καλόβαθρο γ) το καλαπόδι …   Dictionary of Greek

  • ξυλοπόδαρο — το τεχνητό ξύλινο πόδι, αλλ. καλόβαθρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.